αντί επιλόγου (απο το χωριό)

Τρίτη πρωί στο χωριό, κάθομαι στην αυλή σε κρύο τσουχτερό αλλά με παλτό βαρύ που το κρατάει απ´έξω και Ελληνικό καφέ, ψημένο στο γκαζάκι της γιαγιάς. Διαβάζω ειδήσεις στην οθόνη του iPad και πίσω του πανοραμικά απλωμένο το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, καλυμμένο με μια ομίχλη που πηγαινοέρχεται χαμηλά. Απ´τα σπίτια ξεπροβάλλουν καμινάδες, όλες αναμμένες, μου λένε ότι φέτος το πετρέλαιο αγοράστηκε με το σταγονόμετρο, όλοι γυρνάνε στα ξύλα. Μυρίζει καμένο ξύλο ο αέρας του χωριού, τόσο δυνατή μυρωδιά που κολλάει πάνω σου και την κουβαλάς. Η μυρωδιά αυτή με πάει πάντα πίσω, όταν ήμουν πολύ πιτσιρικάς και, επειδή οι γονείς μου δούλευαν ως αργά το απόγευμα τότε, πέρναγα πολύ χρόνο στους παππούδες μου. Είχαν τότε την αγαπημένη τους ξυλόσομπα, 30ετίας, που έκαιγε πάντα στο φουλ.

Οι παππούδες μου, άνθρωποι γαλουχημένοι στη σκληράδα του εμφυλίου και τα σκληρά χρόνια που ακολούθησαν, φοβισμένοι απ´τη χούντα λόγω οικογενειακού αριστερού παρελθόντος, και μαθημένοι να είναι σκληροπυρηνικά αυτάρκεις όπως όλοι οι παλιοί βουνίσιοι, αρνούνταν πεισματικά να την αποχωριστούν και να εκμοντερνιστούν με καλοριφέρ. Το πετρέλαιο δεν το βγάζαν αυτοί, ξύλα είχαν δίπλα τους. Ο παππούς μου, άνθρωπος ευγενικός και καλόψυχος και δουλευταράς απ´τους λίγους, είχε τρεις συνολικά κήπους μπροστά στην αυλή του. Έβγαζε όλα τα λαχανικά για τρεις οικογένειες, μόνος του. Πιο κάτω, πρόβατα. Κρέας, γάλα, τυρί. Σταφύλια για τσίπουρο και κρασί ροζέ.

Στα δύσκολα χρόνια πριν τη δεκαετία του ’80, αγρότης, με τη δουλειά του και με μια τύχη που μόνο σε έναν τόσο καλό άνθρωπο αρμόζει, κατάφερε να αγοράσει και δύο χωράφια, κάποια οικόπεδα, να χτίσει και δύο σπίτια για τα παιδιά του. Η γιαγιά μου, καπάτσα από τις λίγες, μανάτζερε τα οικονομικά και τα έφερνε πάντα βόλτα, ότι και αν συνέβαινε.

Πάντα, όταν τα θυμάμαι όλα αυτά, αλλά ειδικά αυτή την εποχή που περνάμε τώρα, λέω ότι δε μπορεί, κοίτα τι κάνανε με τη δουλειά τους. Δες. Δεν είχαν ανάγκη κανέναν, και όλα τους πήγαν ζερβά. Μόνο όταν πια τα σώματα τους άρχισαν να μη φτουράνε, αφέθηκαν. Τα καλοριφέρ μπήκαν και το πετρέλαιο έγινε ανάγκη. Ο παππούς, μέχρι και πριν δύο χρόνια, δεν άφηνε τους κήπους του. Ένα εγκεφαλικό του τους στέρησε. Η γιαγιά πέθανε ένα χρόνο μετά. Ο παππούς, μόνος, στο έλεος ξένων παραγόντων. Οι κήποι ρημάξανε, κι ας μένει δίπλα ο άνεργος θείος μου. Τα πρόβατα πουληθήκανε προ πολλού.

Όποτε γυρνάω στο χωριό, τα βλέπω για λίγες ώρες και πονάει η καρδιά μου, αναρωτιέμαι, δε θέλουν οι γονείς μου να τα σκαλίσουν αυτά τα χώματα που τους θρέψανε; Πως αντέχουν, κάθε μέρα, να τα βλέπουν έτσι; Μου ´ρχεται αυτές τις λίγες ώρες που ´μαι εκεί, να πιάσω εγώ τη τσάπα (γιατί ο παππούς έμαθε σε όλους μας πως να φροντίζουμε τον κήπο). Μυρίζω ξύλο και θυμάμαι τους ανθρώπους εδώ της περιοχής που ζήσανε για χρόνια χωρίς επιδοτήσεις και δάνεια και τα καταφέρανε απλά, ανθρώπινα και όμορφα, και τα ψεύτικα μεγαλεία που ξεφύτρωσαν σε ένα χωριό 1000 κατοίκων μέσα στα 00′ς. Βάζω στη μία γωνία τους παππούδες μου (μας) που φτιάξανε όλα αυτά με τα χέρια τους, και τους γονείς μου (μας) που τρέξανε στο πρώτο σημάδι ευημερίας να αγοράσουν Mercedes για να τη πάνε μέχρι το καφενείο, 800 μ. πιο κάτω. Τους γονείς μας που αφήνουν τους κήπους αφρόντιστους να μαραζώνουν. Και είναι μικροί, ούτε 50 ακόμη. Ο παππούς μέχρι τα 70 μας έβαζε όλους κάτω. Τόσο πολύ χάλασε αυτή η χώρα σε μια γενιά; Τόσο μας φθείρανε τα ψεύτικα χρόνια της ευημερίας; Εσένα ρωτάω στην τελική πατέρα, δεν τον βλέπεις τον κήπο που διαλύεται; Εγώ δε θα μπορώ να φυτέψω τίποτα στη ξέρα που θα μου αφήσεις εσύ, αν δεν κάνεις κάτι τώρα.

  1. και γαμώ το κείμενο. και οι σκέψεις.
    αλλά δεν συμφωνώ με την κατακλείδα. νιώθω τρομοκρατημένος, φοβισμένος, και τα ρέστα, αλλά και πολύ αισιόδοξος. αισιόδοξος για τη γενιά μου/μας, που επιδίδεται σε μια άνευ προηγουμένου δουλειά μυρμηγκιού, βλασταίνοντας την ξέρα.
    απ’ όταν παύσαμε να πιστεύουμε στην επανάσταση και τις μεγάλες αφηγήσεις, μάθαμε να δημιουργούμε τον κόσμο που θέλουμε καθημερινά.
    τώρα βλέπουμε την ένδεια κράτους/αγορών και προσπαθούμε να καλύψουμε τα κενά που αφήνουν.
    αν θέλουμε να σταθούμε αισιόδοξα πάνω απ’ το κοινωνικό συγκείμενο, θα το βρούμε να δημιουργεί χωρίς ψευδαισθήσεις. :smile:

    • Αυτό το κείμενο Στέφανε είναι ακριβώς αυτό που λέει, μια κατηγορία για τους ανθρώπους της υπαίθρου που ξέχασαν τι μπορεί να προσφέρει η γη και οι κοινωνίες που έχουν γύρω τους. Εμείς μάθαμε, έστω και με το δύσκολο τρόπο, τι πρέπει να κάνουμε απο δω και πέρα. Ελπίζω να το βάλουμε και σε εφαρμογή τώρα :)

Leave a Comment


NOTE - You can use these HTML tags and attributes:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>