νεκροταφείο τρένων

by Phillipe

σαράβαλο

κακή ηχογράφηση, δε θες και πολλά όμως

«Ποιος σκάει ο κόσμος κι αν χαλάει αυτή η βρωμοάνοιξη σαν σβούρα με γυρνάει κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο σε κατηφόρα πάει..
Πάνω ας πάει ψηλά ετούτη η ζήση μοσχοβολάει η ανάσα της μπαρούτι κ χασίσι κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο ορμά να τη φιλήσει

Ποιος κλαίει μέσα μου και μου λέει ξύπνα δεν είναι όνειρο το χιόνι που μας καίει
η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει
Ποιος σκάει ο κόσμος που το πάει αυτή η βρωμοάνοιξη με σκίζει με μεθάει
κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο στα αστέρια ξεφυσάει
Που θα πάει,που θα πάει τούτη η ρόδα που κολλάει κι όλο στην αρχή γυρνάει
Που θα πάει θα ξεκολλήσει κι ο κόσμος σαν σαράβαλο γι’αλλού θα ροβολήσει

Που θα πάει που θα πάει τούτη η νύχτα που κρατάει και δεν λέει να τελειώσει
που θα πάει θα ξημερώσει,κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο όλους σας θ’ανταμώσει»

big in tokyo

by Peter Zéglis

they assume…

They assume, like most people, that fear will do the trick. Fear will keep everyone in place. Fear will keep everyone distracted from what’s really going on.

Let him know we can beat him up, let him know we could have killed him, let him know we can destroy him, let the fear shrivel him up. Fuck that. I’m not afraid of them. They’re afraid of me.

#FoodPorn

Διάβασε παρακάτω για να μάθεις πως έφτιαξα αυτή τη προστυχιά (μεξικάνικο, τορτίγια, όλα εγώ θα στα μάθω;):

Read more »

saturday

by Theo Gosselin

MONO #4 – making of

Χτές πήγαμε στο λημέρι των Keik Bureau για το κλείσιμο του 4ου τεύχους του περιοδικού. Εκεί βρήκαμε τον Νικηφόρο να έχει ξυρίσει μια καράφλα στο κεφάλι του γιατί έτσι, έναν iMac που βογγούσε σαν θυμωμένος Hulk που καβαλάει ιπποπόταμο, και τον Στοχαστή του Ροντέν.

Μια βόλτα behind the scenes λοιπόν:

Ο τοίχος των Bureau.

καραφλιάζωντας τους bureau.

 

Θεματάκι...

Και ο Νεκ στο ρόλο του στοχαστή...

 

Απάντηση στον Κ. Γιαννακίδη του Protagon

Δεν θέλω να μιλήσω πολύ για το τι γράφει στο συγκεκριμένο κείμενο ο κ. Γιαννακίδης, περιληπτικά λέει ότι η διάθεση προϊόντων απευθείας από τον παραγωγό στον καταναλωτή μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, και ότι οι μεσάζοντες σε πολλές περιπτώσεις είναι ένα αναγκαίο κακό γιατί μέσω της τυποποίησης εξασφαλίζουν την ποιότητα των προϊόντων αυτών.

Μπορούμε να πάμε σε παραδείγματα όπου νοθευμένο ελαιόλαδο με ορυκτέλαιο έχει στοιχίσει ζωές στο παρελθόν. Μάλιστα σε ένα περιστατικό στην Ισπανία του ’80, 3.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους με αυτό το τρόπο και αυτό θα έπρεπε να είναι προειδοποίηση για όποιον παραγωγό σκέφτεται να κάνει κάτι τέτοιο. Μπορείτε να διαβάσετε όλο το κείμενο εδώ και να σχηματίσετε άποψη μόνοι σας, εγώ θα συγκεντρωθώ μόνο σε ένα παράδειγμα του πόσο εύκολα μπορεί αντιμετωπιστεί αυτό αν σκεφτείς μόλις ένα εκατοστό έξω από τις υπάρχουσες δομές, κάτι που δεν απαιτώ από τον κ. Γιαννακίδη να κάνει, άλλωστε δεν είναι η δουλειά του.

Θα σας πάω λοιπόν για τις ανάγκες του κειμένου, μέχρι την δυτική Αφρική, και πιο συγκεκριμένα στην Νιγηρία.

Όπως θα φαντάζεστε, η Αφρική γενικότερα αντιμετωπίζει τρομακτικό πρόβλημα με το πόσιμο νερό, δηλαδή με την έλλειψη του, ειδικά στην έρημο την οποία αναγκαστικά διασχίζουν έμποροι και νομάδες. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, «λαθρέμποροι» του νερού, μεταφέρουν πόσιμο νερό το οποίο και πουλάνε σε περιοχές όπου παραδοσιακά δεν υπάρχει. Φυσικά δεν υπάρχει κανένα είδος άδειας για την συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε και κάποιος τρόπος διασφάλισης της ποιότητας του νερού. Αλλά, όταν σκέφτεσαι λιγάκι έξω από τις γραμμές, δημιουργείς μια λύση. Έτσι, η κυβέρνηση της Νιγηρίας ξεκίνησε ένα πρόγραμμα με την ονομασία Pure Water, που ελέγχει την ποιότητα του νερού αυτών των εμπόρων και τους εφοδιάζει με το κατάλληλο σηματάκι και διαπίστευση όταν το νερό τους πληρεί κάποια στάνταρ. Αυτό έχει βοηθήσει τρομακτικά την περιοχή καθώς πλέον βρίσκεις νερό σε μέρη όπου παραδοσιακά δεν υπήρχε και διασφαλίζεται και η υγεία των ανθρώπων.

Πόσο εύκολο θα ήταν για το Ελληνικό κράτος να πιστοποιήσει κατα τον ίδιο τρόπο τους παραγωγούς ελαιόλαδου; Πολύ. Αντ’ αυτού, ενισχύει τα μονοπώλια και τα καρτέλ επιβάλοντας εξοντωτικά πρόστιμα σε διαπιστευμένους παραγωγούς βιολογικών προϊόντων και στις αγροτικές αγορές τους παρερμηνεύοντας μάλιστα σχετικούς νόμους, και τους αφήνει να απειλούν ανοιχτά αγρότες και παραγωγούς που τολμάνε να τους πάνε κόντρα.

Πέραν του απλού γεγονότος ότι η διάθεση γίνεται πλέον ηλεκτρονικά, με βάσεις δεδομένων κτλ και μπορεί να εντοπιστεί αμέσως ο παραγωγός που το διέθεσε, και ότι χύμα λάδι πουλιέται εδώ και χρόνια ούτως ή άλλως έστω και λαθραία, δεν βρίσκω κανέναν λόγο να δω τους μεσάζοντες, που θεωρώ σύγχρονους μαυραγορίτες, ως ένα «αναγκαίο κακό». Ας περιορίσουν τα αστεία ποσοστά κέρδους που έχουν πουλώντας αέρα, ας μην αδικούν κατάφορα τους παραγωγούς, για να αποδείξουν την χρησιμότητας τους.

Ένα σήμα τύπου PURE μπορεί να στηθεί σε μερικές ημέρες από την Ελληνική κυβέρνηση και να διασφαλίσει ότι ο παραγωγός που διαθέτει απ’ ευθείας τα προϊόντα του, είναι OK. Όλα τα άλλα αποτελούν αστειότητες και εξυπνακισμούς τύπου «έτσι είναι το σωστό».

Δεν υπάρχει τίποτα το σωστό στην κατάσταση που επικρατεί στην Ελληνική αγορά τροφίμων αυτή τη στιγμή, και τέτοιου είδους απόπειρες εκλογίκευσης μιας στρεβλής κατάστασης, μόνο κακό κάνουν.

Υ.Γ Όπως δήλωσα και σε comment στο συγκεκριμένο κείμενο, είμαι στη διάθεση σας να παραθέσω λίστα περιστατικών όπου γνωστά brands έβγαλαν στην αγορά παρτίδες νοθευμένων προϊόντων που ξέφυγαν της διαδικασίας τυποποίησης.

ΥΓ 2 Κατόπιν απάντησης του κ. Γιαννακίδη που μου είπε «επίσης δεν με ενδιαφέρουν τα της πατάτας, το κείμενο ασχολείται με την κατανάλωση συνθημάτων απ ευθείας απο τον παραγωγό τους», έχω να προσθέσω σε ότι είπα παραπάνω απλά το εξής: Οι πολίτες πράττουν, τα media ανάγουν τα πάντα σε ιδεολογικά αντικείμενα μελέτης. Ας μην μπερδεύουμε τα δύο.

απο ένα cafe στο Παρίσι

θυμάμαι να ξυπνάω πρωί Ιουνίου, σε ένα διαμέρισμα φίλου στο παρίσι, κάτω απο ένα παράθυρο που εκείνη την ώρα ήταν πολύ απασχολημένο με το να κρατάει τη βροχή έξω. Είχα αποκοιμηθεί στο πάτωμα σχεδόν και ξύπνησα εκεί, σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Ο φίλος μου την είχε κάνει νωρίτερα για φαγητό με τους γονείς του και την Αγγλίδα γκόμενα του. Έμενε κάπου στο Quartier Latin θυμάμαι, ανάμεσα σε βιβλιοπωλεία και μικρά ψιλικατζίδικα που δεν είχαν ποτέ εισιτήρια για το τρένο. Ξύπνησα, βαριόμουνα, και ξεκίνησα να συναντήσω τον άλλο φίλο μου που έμενε κοντά στο αστεροσκοπείο, αρκετά μακρύτερα, αλλά είπα να το πάω με τα πόδια, ήταν πρωί και το βρεγμένο Παρίσι μου είχαν πεί ότι είναι σχετικά σπάνιο θέαμα, ειδικά τέτοια εποχή.

Άρχισα να περπατάω ένα πεζοδρόμιο και να συναντάω κάθε τόσο οικογένειες γάλλων, οι γάλλοι κάνουν πολλά παιδιά ακόμη, με τα 2-3 κουτσούβελα να τρέχουν γύρω τους και γονείς λίγο αυστηροί, λίγο μετρημένοι, αρκετά κομψοί, να τα μαζεύουν. Κάτι με χάλασε στο θέαμα. Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον επειδή δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τους Γάλλους και μου τη σπάει που πολλαπλασιάζονται σαν τα κουνέλια (σκέφτηκε περπατώντας στο Παρίσι). Δεν μου αρέσουν αυτές οι οικογένειες με την τόσο φανερά αστική στάμπα πάνω τους, κάτι με ξενίζει, μου βγάζουν κάτι ψεύτικο. Συνέχισα να περπατάω.

Κόντευα πια στο σπίτι του προαναφερθέντος δεύτερου φίλου, όταν βαρέθηκα να πάω και εκεί. Άρχισα να περπατάω νότια, προς το «ιστορικό κέντρο» του παρισιού και μετά έστριψα προς το Saint German. Κατευθυνόμενος προς ένα cafe που μου είχαν δείξει («εδώ σύχναζε ο Μπορίς Βιάν, ο Γκέινσμπουργκ, είναι θρυλικό για τους Παριζιάνους» μου λέγανε) είδα κάτι που, μη με ρωτάς γιατί, μου φάνηκε πιο αληθινό, πιο ζεστό. Ένας πατέρας με τα δυό του τσικό, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, και τα δύο ανάμεσα στα 6 και τα 10, με ένα ακορντεόν αφημένο δίπλα του, μέτραγε νομίσματα μέσα απο ένα καπέλο. Τα παιδιά τον πειράζανε και γελάγανε, δεν προσπαθούσε να τα μαζέψει, θέλανε πραγματικά να μείνουν εκεί δίπλα του και φαινότανε απο τον τρόπο που αρπάζανε γελώντας τα πόδια του. Αυτός αστειευόταν καθώς μετρούσε, γέλαγε, όχι ψεύτικα, όχι αγχωμένα, όχι ψυχρά. Μετά μπορεί να γυρνάγανε σε κάποιο χαμόσπιτο και να διαπιστώνανε ότι τα λεφτά δε βγαίνουν, αλλά και πάλι τα παιδιά θα κάνανε φασαρία και θα γελούσανε όσο ήταν όλοι μαζί.

Πιο πέρα μια γριά Γαλλίδα τσακωνότανε με κάποιον μετανάστη και τον έβριζε, να φύγεις απο δω, έχετε πλημμυρίσει τη χώρα μας. Πέρασα ανάμεσα τους και ντράπηκε που φώναζε (λόγω εμφάνισης με περνάνε πάντα για ντόπιο) και έμεινε απλά να τον κοιτάει.

Περπάτησα λίγο ακόμη, και κάθισα έξω σε ένα τραπεζάκι να τους χαζεύω όλους. Πήρα έναν διπλό εσπρέσο (κακός καφές στο Παρίσι, ότι και να σας λένε) και περίμενα τη παρέα μου που εν τω μεταξύ είχε πάρει τηλέφωνο. Είναι όλοι τους εξαιρετικά «μεγαλοαστοί», απο οικογένειες του Παρισιού με ιστορία και φήμη. Και εγώ και αυτοί, έχουμε πολλές ιστορίες να σου πούμε για το τι συνέβαινε στις οικογένειες μας. Οι περισσότεροι ζούνε ανάμεσα σε δύο σπίτια. Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές, γιατί έχω περπατήσει και τους δύο αυτούς κόσμους, τι τελικά κάνει μια οικογένεια να «δουλεύει». Μάλλον, αυτή η επιθυμία να πιαστείς απο το πόδι του άλλου και να μείνεις εκεί κολλημένος για ασφάλεια. Μάλλον, κάτι που η μόρφωση, το κοινωνικό στάτους και τα λεφτά, δεν εγγυώνται, ούτε φέρνουν μαζί τους. Και μάλλον γίνομαι μελοδραματικός.

Ήπια τον καφέ μου ακούγωντας την ιστορία μιας Γαλλίδας με Ελληνική καταγωγή που παντρέυτηκε τον Μεξικάνο φίλο της για να μην τον απελάσουν. Αγόρασα παράνομα τσιγάρα κάτω απο το μπάρ (1 ευρώ φτηνότερα) και γνώρισα τον Ιταλό μαφιόζο ιδιοκτήτη. Μου έδειξαν μια τρύπα σε ένα δερμάτινο καναπέ που λένε ότι είναι απο το πούρο του Χέμινγουέι. Χάζεψα.

Μαλακίες, σκεφτόμουν μόνο τη βροχή.

(οι φώτογραφίες είναι δικές μου, απο εκείνες τις βόλτες μου στο Παρίσι)

roadtrip

Εδώ είμαι, την παλεύω ακόμα.

olivia malone – roadtrip