Tag Archives: Music

River Of Blood / Summertime Blues

Black Angels

Black Keys

 

μπας και βγει αυτό το καλοκαίρι.

face in the crowd

Το καινούριο side project του Faris Badwan των Horrors και της opera soprano και multi-instrumentalist Rachel Zeffira, ονόματι Cat’s Eyes.

Ρέτρο, σκοτεινό, ατμοσφαιρικό. Γαμάει.

from a desert, up a river and all the way down again

 

nightime jingles

truth/pictures of me/my woman and me/i need a dollar/treme song/
i got a woman/repo man/until wrong looks right/brother

01 Arcade Fire – Suburbs

Πρέπει να καταλάβετε ότι Αυτό είναι το άλμπουμ με το οποίο Πραγματικα έκατσα και άκουσα Arcade Fire.

Ως γνήσιος αντιδραστικος, δε γουσταρα το peer pressure στις αρχές τις προηγούμενης δεκαετίας.
Τώρα, εν ετει 2010, άκουσα Arcade Fire. Τι άκουσα; Την πιο συγκινητική μπάντα της γενιάς μου.
Μια μπάντα που όσο μεγάλη και αν γίνεται, ανεβαίνει στη σκηνή και τα Δίνει όλα. Που παθιαζονται και έχουν απόψεις και ας βγούνε λαθος μετά, αυτοί τολμανε.
Είναι η αντίδραση ουσιαστικά στο μοντελακι που μας Θέλει καλοραμμενους και βολικούς.

Δεν είναι πανκ, Γιατί δεν είναι γραφικοί. Δεν έχουν ροκ λαιφσταιλ Γιατί Αυτό πέρασε στους καγκουρες, τα πλουσιοπαιδα και τους αιθαιροβαμμωνες του φτηνού μεσοαστικού λαιφσταιλ.

Έχουν έργα αντί για λόγια, κι Αυτό απο Μόνο του αρκεί για να μπαίνουν κάθε φορά στην κορυφή οποιασδήποτε λίστας.

Και δεν με χαλάει που γίνονται «μεινστριμ» ή οτιδήποτε.

Μακάρι Όλα τα γκραμι να τα παίρνουν μπάντες σαν τους Arcade Fire, και δίσκοι σαν το Suburbs.

Μακάρι ολοι να είμαστε αθώοι, και παθιασμενοι.

Τώρα με συγχωρείτε για την παράξενη μορφοποιηση του κειμένου, καθώς το γράφω στο iPhone, 5 το πρωι στο αεροδρόμιο του σιτι στο Λονδινο, με ξεχασμένα τα ακουστικά στο Σπιτι και δεν μπορω να ακούσω αυτές τις μουσικές. Μου σπάει τη μύτη ψωμί που ψήνεται δίπλα μου. Σε λίγο θα του κάνω μια επίσκεψη.

Σε μερικές ώρες, θα σας πω καλημέρα απ´τη Γενεύη.
Προς το παρών, sleep tight.

Γενικό σχόλιο: μέσα σ´όλη τη μαυρίλα, για κάποιον ακατανόητο λόγο, πιστεύω ότι αυτη ήταν μια καλή χρονιά.

02. Angus & Julia Stone – Down The way

«Δε μπορώ να φανταστώ ακριβώς σε τι κόσμο θα ζούσαμε εάν όλοι οι μουσικοί έγραφαν και ερμήνευαν τραγούδια με την ίδια ευαισθησία και φροντίδα που το κάνουν ο Angus και η Julia.
Μάλλον θα καβαλάγαμε όλοι ένα παλιό Volkswagen, ντυμένοι με ότι βρήκαμε μπροστά μας, και θα βρισκόμασταν σε ένα μόνιμο roadtrip.
Γυμνά μπάνια σε ποτάμια σαν αυτά που περιγράφουν στο “yellow brick road”, ρομαντικές ονειροπολήσεις σαν του “for you” και συζητήσεις για διαδρομές και τοπία.

Θα θελα να μπορούσαν όλοι να έχουν όλοι μια ανοιχτή γραμμή με το παρελθόν όπως οι εν λόγω Αυστραλοί. Να μπορούσαν να ακούγονται τόσο αθώοι και ταυτόχρονα τόσο ουσιαστικοί.
Να τολμούν να είναι απλοί.

Μεγάλος δίσκος, άκρως κατάλληλος για καλοκαιρινές διαδρομές, άκρως κατάλληλος για να μη ξανά-απασχολήσεις το μυαλό σου με προορισμούς.»

03. Gil Scott-Heron

 

Η επιστροφή του μεγάλου Gil Scott-Heron, μια μεγάλη έκπληξη, αναπάντεχη. Ώριμος και χωρίς να ζητάει συγγνωμη απο κανέναν, με επιλεγμένους συνεργάτες να φτιάχνουν πανέμορφες μελωδίες και ήχους για να πατήσουν πάνω οι στίχοι του και η βραχνή (πλέον) φωνή του, παραδίδει ίσως τον τελευταίο του δίσκο, με σπάνια ειλικρίνια και δύναμη ψυχής.
Ένα μεγάλο έργο, ενός μεγάλου καλλιτέχνη, τι να λέμε άλλο τώρα ρε παιδιά?

04. The Black Keys – Brothers

 

Όταν κυκλοφόρησε αυτός ο δίσκος τον Μάιο, οι Black Keys ήταν να κάνουν ενα live στο Rough Trade. Είχα πάει εκεί με τον φίλτατο Kamikazzzi, όλο προσδοκία και χαρά εγώ, για να μάθουμε οτι η μπάντα είχε τρακάρει και ο τραγουδιστής είχε χτυπήσει και τα δύο του πόδια. Καταπληκτικό?

Ο δίσκος γαμάει, όπως και οι άλλοι που έχουν κάνει πριν απο αυτόν, όπως και οι επόμενοι που θα βγάλουνε, όπως και το σόλο του Auerbach. Τι θές τώρα? Η πιο αξιόπιστη μπάντα απο δώ ως το Κεντάκι.

05. Mumford & Sons – Sigh No More

 

Στο προηγούμενο ποστ μου, ξεκίνησα με τη φράση «Τέτοιες καρδιες δε συναντάς εύκολα στη μουσική σήμερα». Μετά ξανασκέφτηκα τη δήλωση μου και διαπίστωσα οτι και οι 5 που θα ακολουθήσουν, μου αρέσουν για τον ίδιο λόγο, η μουσική τους έχει καρδιά και ένταση, είναι όλοι τους επικοί με τον τρόπο τους,.

Οι Mumford & Sons είναι απο τους πρώτους καλούς δίσκους που άκουσα φέτος, ο πρώτος του νέου κύματος της φόλκ που άκουσα και πείστηκα οτι υπάρχουν όμορφα πράγματα στη σκηνή, ο πρώτος που μπορώ να πώ οτι «έλιωσα».

Το  review μου απο το Stereoworld.gr:  «Πριν λίγες μέρες έψαχνα να βρω εισιτήρια για δύο live τους στο Λονδίνο τον Οκτώβρη. Και οι δύο μέρες sold out. Επίσης sold out σε Μπρίστολ και Μάντσεστερ. Δηλαδή την ώρα που το γράφω αυτό, οι Mumford & Sons είναι ήδη πολύ μεγάλοι. Τι έγινε, ανακάλυψε ξαφνικά ο κόσμος μια κρυμμένη ευαισθησία μέσα του και το έριξε σε συγκροτήματα που αντι να υποστηρίζουν το «sex, drugs and rock n’ roll» τραγουδάνε «love will not betray dismay you, it will set you free, make you more of the man you were meant to be»?

Κοίτα, η αλήθεια είναι οτι, αν ακούσεις το «I gave you all» ή το «Sigh No More» (που δίνει και το τίτλο στον δίσκο) και δε νιώσεις κάτι, έστω ΚΑΤΙ, είσαι μεγάλο γαιδούρι.
Γιατί οι Λονδρέζοι έχουν αποκλειστικά και μόνο ένα σκοπό. Να χρησιμοποιήσουν οτι πιο αισθαντικό έχουν στη διαθεση τους για να σε τραβήξουν στη φόλκ διάθεση τους και να σε κάνουν να νιώσεις άνετα με τα σόλο του μπάντζο.
Σίγουρα απο τους δίσκους της χρονιάς.»

 

Καλημέρα.

06. Wooden Wand

 

Τέτοιες καρδιες δε συναντάς εύκολα στη μουσική σήμερα. Έγραψα στο stereoworld:

«Είναι πολύ βλακεία αυτό που γίνεται με τα μουσικά ρεύματα τα τελευταία δέκα χρόνια. Τα αλλάξαμε και τα πετάξαμε από πάνω μας σαν τρύπια παπούτσια. Τώρα έχουμε πιάσει το φόλκ και το τυρρανάμε. Αλλα να σου πω κάτι? Με δίσκους σαν αυτόν, πως γίνεται να μην το κάνεις? Δεν είχα ποτέ καμία αδυναμία στον ηλεκτρονικό ήχο που κυριαρχούσε τα τελευταία δύο χρόνια. Εδώ έχεις όμως κάτι ανθρώπινο, έναν τυπάκο απο το Κεντάκι που δείχνωντας ιδιαίτερη αγάπη στις ρίζες του, τις φέρνει στο προσκήνιο.  Και παίζει για να ακουστεί σπίτι σου. Ή για να σε προσκαλέσει στο δικό του σπιτι-κόσμο. Οι ήχοι και οι στίχοι του Death Seat είναι ενδοσκοπικοί, με μια κιθάρα να κυριαρχεί πάνω απο όλα και τον James Jackson Toth να δίνει μια αβίαστη ερμηνεία, ειδικά στα “servant to blues” και “i Wanna Make A Diffirence”, που είναι και τα αγαπημένα μου. Αυτός ο δίσκος, έρχεται σε μια χρονιά που κάθε οπαδός της αναγέννησης της φόλκ, θα θυμάται με χαμόγελο.  Παίζει στα ίσα με Mumford and Sons, χάνει μόνο απο Angus & Julia stone. Απαραίτητο άκουσμα για τους οπαδούς και των δύο.»

Αυτός ο δίσκος ξεκίνησε απο το 18 μου, αλλα ακούγωντας τον όλο και περισσότερο, έφτασε στο 6.
Απαραίτητο άκουσμα για το 2010.

08. Electric Litany – How to be a child, and win the war

 

Οι Electric Litany, ο πιο ωραίος χειμωνιάτικος δίσκος που άκουσα φέτος. Σύντομα θα δημοσιευτεί μια συνέντευξη που τους πήρα πρίν απο κάποιο καιρό στα μέρη μου εδώ. Μέχρι τότε, το review που είχα κάνει για το Stereoworld τον Μάιο που μας πέρασε:

«Ανατολικό Λονδίνο, γύρω στις 12 το πρωί (μεσημέρι), έχω μόλις ξυπνήσει και φτιάχνω καφέ. Βάζω να ακούσω το “How to be a child & win the war”, γιατί ήθελα να αρχίσω να γράφω αυτό το review. Χωρίς να ξέρω πληροφορίες για τη μπάντα, με το που αρχίζει ο δίσκος, η μουσική συντονίζεται με το γκρίζο του ουρανού, το ελαφρύ κρύο που επικρατεί μέσα στο σπίτι και την μελαγχολία στην οποία με τραβάνε τα γεγονότα των τελευταίων ημερών.

Λέω αμέσως “αυτό είναι Λονδίνο ρε συ…”. Μετά μαθαίνω πως είναι όντως, από το βόρειο Λονδίνο πιο συγκεκριμένα. Πολυεθνική μπάντα, με τον Duane Petrovich απο τις Ηνωμένες Πολιτείες στο μπάσο, τον Έλληνα Αλέξανδρο Μίαρη απο την Κέρκυρα στα φωνητικά, πιάνο, κιθάρες και synths και τον Βρετανό Richard Simic στα drums.
Και η βροχή, η ομίχλη, η ηχώ της αγγλικής πρωτεύουσας έχουν ποτίσει τις μελωδίες και τους ρυθμούς των τραγουδιών. Αυτός είναι ο ήχος που θα έμενε πάνω απο τα συντρίμμια του Λονδίνου αν όλα γκρεμιζόταν τώρα. Θα ήταν το soundtrack του “Children of men”.
Οι επιρροές τους ξεκάθαρες, το post punk και οι joy division, το Shoegaze και οι My Bloody Valentine και το μοντέρνο post rock τις δεκαετίας που μας πέρασε. Το Λονδίνο και η γκρίζα καθημερινότητα του. Το κρύο και οι Sigur Ros που παίζουν στο βάθος.

Δεν είναι το τέλειο άλμπουμ, δεν είναι κάτι που πρωτοπορεί, ωστόσο είναι το σωστό άλμπουμ για κάποιες στιγμές. Ο σωστός ήχος για κάποιες συνθήκες.
Και έχει κομμάτια σαν το “The Rose Came”.»